Η «κόκκινη» Σίτσα και οι δωσίλογοι της ακροδεξιάς.

Συναγωνίστριες και συναγωνιστές, αγαπητοί αναγνώστες.

Επειδή γνωστοί ακροδεξιοί κύκλοι «σερβίρουν» ως μεγάλη εθνικοσοσιαλίστρια την Σίτσα Καραϊσκάκη, της οποίας τα βιβλία που έχουν εκδοθεί στα Ελληνικά είναι επιπέδου έκτης δημοτικού, ας ρίξουμε μια ματιά στον βίο και την πολιτεία της εν λόγω συγγραφέως -ο οποίος έχει αποσιωπηθεί πλήρως- με σκοπό να ανυψωθεί το οποιοδήποτε άτομο υπήρξε εγχώριος λακές των Γερμανικών αρχών κατοχής.

Είναι φυσικά γνωστό σε όλους, ότι πριν την δικτατορία της 4ης Αυγούστου, η Σίτσα ήταν μια ενσυνείδητη και φανατισμένη κομμουνίστρια. Μπορούμε σχετικά με αυτό να διαβάσουμε αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα από τους ομοϊδεάτες της στην Εφημερίδα των Συντακτών, από την ιστοσελίδα της οποίας αναδημοσιεύουμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

«Όταν η νιότη έδειχνε πως θα γινόταν άλλη»

Η Σίτσα Καραϊσκάκη -όπως υπονοείται στο στιχούργημα που παραθέσαμε στον σύνδεσμο στην αρχή- δεν ξεκίνησε από συντηρητικές αντιλήψεις για να καταλήξει στον ναζισμό. Ο αρχικός προσανατολισμός της, από νεαρή ηλικία, ήταν προς το σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα της εποχής, τις ιδέες των οποίων ασπάστηκε μ’ έναν μάλλον δικό της τρόπο· αλλά πάντως τις ασπάστηκε.

Σύμφωνα με το δημοτολόγιο του Δήμου Μυτιλήνης, γεννήθηκε το 1897 στα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας. Τα νεανικά της χρόνια τα έζησε στη Σμύρνη, όπου άρχισε να ασχολείται από μικρή με τη λογοτεχνία, ασκούμενη σε στιχουργήματα που δημοσίευε στο λογοτεχνικό περιοδικό της πόλης, «Νέα Ζωή». Στη Σμύρνη φαίνεται πως προσέγγισε το εργατικό κίνημα της εποχής και προσεταιρίστηκε τις ιδέες του.

Η Μικρασιατική Καταστροφή την έφερε στη Μυτιλήνη, όπου συνδέθηκε με τον λογοτεχνικό κύκλο του Στράτη Μυριβήλη, δημοσιεύοντας, μάλιστα, ποιήματά της στην εβδομαδιαία αντιμιλιταριστική εφημερίδα που έβγαζε ο ίδιος με τον τίτλο «Καμπάνα». Στην εφημερίδα του Μυριβήλη δούλευε και ο Ασημάκης Πανσέληνος, ο οποίος, εκεί γνώρισε για πρώτη φορά τη Σίτσα Καραϊσκάκη.

«Ετούτη, πάλι, η Σίτσα Καραϊσκάκη», γράφει ο Πανσέληνος, «ήταν ένα περίεργο ψυχολογικό χαρμάνι όπου ο ρομαντισμός και ο ρεαλισμός είχαν βάλει τα αρνητικά τους στοιχεία. Έβγανε μια ποιητική συλλογή με τον τίτλο “Το ταίρι που αμάρτησε”. Μηδέ ταίρι μηδέ αμαρτία υπήρχε, μόνο σκαντάλιζε τους νοικοκυραίους ο τίτλος. Ήταν αριστερή και μιλούσε πάντα από περιωπής. Με τους βασιβουζούκους (σ.σ.: την ομάδα του Μυριβήλη) δεν ταίριασαν τα χνώτα της. Τη βοήθησε ο Αλέξανδρος Στάινμετς, ο νεοελληνιστής του Μονάχου, κι έφυγε για την Γερμανία» (Ασ. Πανσέληνος: «Τότε που ζούσαμε..», Κέρδος 1975, σελ. 112).

Η Καραϊσκάκη δημοσιεύει στην «Καμπάνα» από το τρίτο δεκαήμερο του Απριλίου του 1923, πράγμα που σημαίνει ότι περίπου τότε συνδέθηκε με τον κύκλο του Μυριβήλη, ενώ από το φύλλο 32 (30-10-1923) οι δημοσιεύσεις ποιημάτων της αναφέρουν ως τόπο γραφής και αποστολής το Μόναχο. Συνεπώς, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι για τη Γερμανία έφυγε αρχές Οκτωβρίου του 1923.

Στη Μυτιλήνη φαίνεται πως ήταν γνωστή για τις αριστερές ιδέες της, τις οποίες μάλλον δεν ενδιαφερόταν να κρύψει.

Επαναστάτρια εκ Μονάχου

Τον Γενάρη του 1924 «βγήκαν» στην Αθήνα δύο νέα λογοτεχνικά περιοδικά. Το ένα είχε τον τίτλο «Νέα Τέχνη» και το άλλο «Νέοι Βωμοί». Το πρώτο ανέφερε ότι «εκδίδεται και διευθύνεται από συντροφιά νέων». Το δεύτερο, μόνο ότι «εκδίδεται από συντροφιά νέων». Η «Νέα Τέχνη» δημοσίευε κυρίως λογοτεχνικά κείμενα και άρθρα-μελέτες γύρω από το έργο λογοτεχνών, ενώ οι «Νέοι Βωμοί» είχαν και θεωρητικά κείμενα για την τέχνη, με μαρξιστική κατεύθυνση.

Πολύ γρήγορα η «Νέα Τέχνη» έγινε το περιοδικό των καβαφιστών και της προβολής του έργου του Κ. Καβάφη, ενώ οι «Νέοι Βωμοί», από την αρχή, ήταν το ανεπίσημο λογοτεχνικό περιοδικό του ΣΕΚΕ (ΚΚΕ).

(Σημ. Το ΣΕΚΕ βρισκόταν υπό την καθοδήγηση του γνωστού ιουδαιοκομμουνιστή Αβραάμ Ελιέζερ Μπεναρόγια)

Ο «Ριζοσπάστης» διαφήμισε την έκδοση του περιοδικού από την πρώτη στιγμή κι εκείνο διαφήμιζε στις σελίδες του έντυπα του κόμματος όπως η Κομμουνιστική Επιθεώρηση.

Η Σίτσα Καραϊσκάκη συνεργάστηκε και με τα δύο αυτά περιοδικά. Στη «Νέα Τέχνη», στα δύο πρώτα τεύχη (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1924) εμφανίζεται ως η φιλολογική ανταποκρίτρια από το Μόναχο, ενώ στο τρίτο (Μάρτιος 1924) δημοσιεύει κάποια μικρά ποιήματά της.

Στους «Νέους Βωμούς» εμφανίζεται από το τρίτο τεύχος (Μάρτιος 1924) όπου δημοσιεύει ένα ποίημά της για τον Γερμανό Κομμουνιστή Καρλ Λίμπκνεχτ, ο οποίος, μαζί με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, δολοφονήθηκε τον Ιανουάριο του 1919.

Επίσης, σε δική της μετάφραση -στο ίδιο τεύχος- δημοσιεύονται ορισμένα ποιήματα κι ένα σύντομο βιογραφικό του Λίμπκνεχτ.

Το ποίημά της για τον Λίμπκνεχτ έχει ως εξής:

ΚΑΡΛ ΛΗΜΠΚΝΕΧΤ

Την ανταρσία αγκάλιασα σαν ερωμένη κι’ αδερφή / για τους φτωχούς κι’ απόκληρους πολέμησα της ζήσης / παιδάκι ακόμα μ’ έδερναν αλλόκοτοι πόθοι κρυφοί / ταθάνατο νερό να βρω μιας νέας κι’ άγνωστης βρύσης. / Πουρνό-πουρνό ξεκίνησα. Των νέφων κόκκινη η ραφή ακόμα στην ανατολή. Χρυσήλιε μην αργήσεις / έβγαινε από τα σπλάχνα μου πάντα μια τέτια προσεφκή / -ρίξε το φως σου τις καρδιές, το πνέμα να φωτίσεις. / Μεγάλωσα και μ’ έστειλαν μ’ ένα ντουφέκι οι δυνατοί / ταδέλφια μου ανελύπητα σαν Κάιν για να σκοτώσω / μ’ άλλους. Κι’ αναρωτιούμαστε: Φονιάδες μας ζητούν, γιατί; / Μα εγώ βόλι δεν ερρίξα στις μέρες κείνες τις φριχτές / και μ’ έβαλαν στη φυλακή, στα σίδερα να λυώσω. / Μα να! η ψυχή μου ασκλάβωτη στα πλήθη ανάβει πυρκαγιές.

Μόναχο, ΣΙΤΣΑ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

Ποιήματα της Σίτσας Καραϊσκάκη θα δημοσιευτούν και στο επόμενο, τέταρτο, τεύχος των «Νέων Βωμών» (Απρίλιος 1924) ενώ στο πέμπτο τεύχος (Μάιος 1924) θα υπογράψει τη μετάφραση ποιημάτων του Ivan Goll με επαναστατικό-κοινωνικό περιεχόμενο.

Απ’ τα δικά της ποιήματα που δημοσιεύονται στο τέταρτο τεύχος, όλα έχουν δημοσιευτεί προηγουμένως στην «Καμπάνα» του Μυριβήλη, με μικρότερες, μεγαλύτερες ή και καθόλου αλλαγές στον τίτλο και στο περιεχόμενο.

Η «Νέα Θρησκεία», που έχει τις περισσότερες αλλαγές, στην αναδημοσίευσή της στους «Νέους Βωμούς», είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα του Μυριβήλη (φύλλο 5/24-4-1923) με τον τίτλο «Αλήθεια».

Το «Ξεσκλάβωμα», που έχει λεκτικές διορθώσεις, στην πρώτη δημοσίευσή του είχε τον τίτλο «Ελέφτερες ψυχές». Η «Ψυχή της Ανταρσίας» και η «Κόρη Αμαρτωλή» αναδημοσιεύονται ολόιδια όπως στην «Καμπάνα».

Το πιο ενδιαφέρον όλων φυσικά είναι η «Νέα Θρησκεία» όπου η Σίτσα Καραϊσκάκη δηλώνει ευθαρσώς πως έχει ασπαστεί τον κομμουνισμό. Διαβάζουμε:

Η ΝΕΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Την ανταρσία αγκάλιασα και πάω προς το βουνό / να γγίξω εκεί τον ήλιο, / να βρω πηγίσο αθάνατο νεράκι ξεκινώ / σε νέας ζωής βασίλειο. /Ν’ ανέβω στακροκόρυφο, να κράξω και να πω / ναντιλαλήσει ο κάμπος. / -Ω! εσύ θρησκεία κόκκινη, Βαγγέλιο του αγαπώ που μου γενάς το θάμπος.»

 …

Μέχρι στιγμής, λοιπόν, αποδείξαμε ότι η κυρά-Σίτσα ήταν κομμούνι ολκής. Όμως, θα μπορούσαμε να δεχθούμε ότι σε κάποια φάση της ζωής της παρασύρθηκε κι όταν επανήλθε ασπάστηκε με θέρμη τον εθνικοσοσιαλισμό. Άλλωστε και κάποιοι μεγάλοι Εθνικοσοσιαλιστές και Φασίστες ξεκίνησαν από την Αριστερά, αλλά και πληθώρα «άσιμων» συναγωνιστών ακόμη και σήμερα. Ήταν όμως όντως έτσι; Φυσικά και όχι!

Η Σίτσα εισχώρησε στο υπουργικό γραφείο του Goebbels κατόπιν επιλογής της από τον διοικητή της Γερμανικής αντικατασκοπείας (Abwehr) και αποδεδειγμένα πληροφοριοδότη των δυτικών μυστικών υπηρεσιών, Von Canaris. O Von Canaris με τη σειρά του ήταν προστατευόμενος του εβραϊκής καταγωγής Reinhard Heydrich, ο οποίος ήταν και ο «αρχιτέκτονας» της Νύχτας των Μεγάλων Μαχαιριών. Τελικά ο Canaris εκτελέστηκε μετά από μια δίκη-παρωδία για την συμμετοχή του σε δύο τουλάχιστον απόπειρες δολοφονίας του Hitler. Επομένως, η Σίτσα απλά έπιασε δουλειά στο υπουργείο του Goebbels –μετά την άνοδο του Hitler στην εξουσία- χωρίς καμία πρότερη ιδεολογική συμβολή στον εθνικοσοσιαλισμό, προφανώς για να ανέβει κοινωνικά, απαρνούμενη την πρότερη «κόκκινη» θρησκεία της.

Ως καλός «γενίτσαρος» έγραψε και κάποιες παιδαριώδεις βλακείες εναντίον του κομμουνισμού –τις οποίες «στόλισε» με μπόλικη θρησκοληψία ακροδεξιάς προέλευσης για να έχει και σίγουρη την εμπορική επιτυχία- ώστε να δηλώσει την μετάνοιά της δημόσια.

Ακόμα πιο εξευτελιστικό για όσους την παρουσιάζουν ως εθνικοσοσιαλίστρια είναι το γεγονός ότι, μεταπολεμικά, έζησε ζωή χαρισάμενη στην κομμουνιστική Ανατολική Γερμανία, όπου «αυτοεξορίστηκε» αφού, ναι μεν καταδικάστηκε δις εις θάνατον για την συνεργασία της με τις αρχές κατοχής, αλλά η ποινή της ουδέποτε εκτελέστηκε. Τελικά παντρεύτηκε τον κομμουνιστή βιομήχανο Μπάχμαν (άλλη μια αντίφαση του κρατικού καπιταλισμού που εφαρμοζόταν στις πρώην κομμουνιστικές χώρες και άλλη μια αντίφαση στον «εθνισκοσοσιαλισμό» της Σίτσας) και απολάμβανε ένα καθεστώς ιδιότυπης ασυλίας, ενώ το 1963, όταν αμνηστεύτηκε στην Ελλάδα από την καραμανλική Δεξιά, έφυγε αμέσως από την Ανατολική Γερμανία (από την οποία δεν έφευγε ούτε κουνούπι χωρίς την άδεια της Stasi) για να επιστρέψει στην πατρίδα της.

Οι ιδεολογικοί (και ίσως και βιολογικοί· αυτό δεν το γνωρίζουμε) απόγονοι των δοσίλογων της κατοχής, αυτοί οι οποίοι κλαίνε για το δράμα των Γερμανών φαντάρων στην περίοδο της Κατοχής, να γνωρίζουν ότι, στην Κατοχή, πριν τους Τσάμηδες, οι πρώτοι που εκτελέστηκαν ήταν οι «Έλληνες» δωσίλογοι, παρά την κάλυψη που τους προσέφερε η αστική Δεξιά.

Advertisements

Αφήστε ένα σχόλιο

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s