Μανώλης Μπικάκης: Δεν θα περάσουν!

«…Κύπρος 1974. Μια μέρα μετά τη μεγάλη γιορτή της Παναγιάς, Αύγουστος μήνας. Ο Μανώλης Μπικάκης είναι μόλις 20 χρονών (είχε γεννηθεί το 1954), παλικάρι γεροδεμένο. Υπηρετούσε στις Ειδικές Δυνάμεις, ήταν ένας από τους καταδρομείς εκείνους που είχαν μεταφερθεί από τα Χανιά στην Κύπρο για να αντιμετωπίσουν τους εισβολείς του Αττίλα. Κανείς δεν ήξερε πού θα πήγαιναν όταν επιβιβάστηκαν στο αεροπλάνο. Τους είπαν απλά ότι επρόκειτο να πάνε στη Ρόδο. Η μετάβαση στην Κύπρο και η περιπέτεια της προσγείωσης των ελληνικών πολεμικών αεροπλάνων συνιστούν λεπτομέρειες που δεν χωρούν σε αυτό το κείμενο, έχουν άλλωστε γραφτεί πολλές φορές. Στην Κρήτη η οικογένειά του δεν ήξερε τίποτα. Όταν άκουσαν όμως για αλεξιπτωτιστές που έφυγαν από τα Χανιά, οι συγγενείς πάγωσαν. Ήξεραν ότι ο Μανώλης θα ήταν ένας απ’ αυτούς. «Τηλεφωνώ στη μονάδα του, λέει τώρα η Κατίνα, δεν απαντούσε κανείς. Μετά από πεντέξι μέρες μου είπαν πως δεν μπορούν να μιλήσουν και πως είναι καλά… Έλιωνα χωρίς να ξέρω τι γινόταν όσο περνούσαν οι μέρες. Ξαναπαίρνω μια μέρα τηλέφωνο και τους ζητώ ευθέως να μου πουν αν είναι σκοτωμένος, αιχμάλωτος, αν είναι ζωντανός. Και μου λέγανε πάντα: δεν ξέρομε, δεν μπορούμε, όταν είναι κάτι θα ειδοποιήσουν τον πατέρα του…»

Εκείνη τη μέρα του Αυγούστου, λοιπόν, ο Μανώλης βρέθηκε στη Λευκωσία, κοντά στη Σχολή Γρηγορίου, σε θέση άμυνας. Από την προ-προηγούμενη μέρα είχε αρχίσει το δεύτερο μέρος της τραγωδίας. Η επέλαση των εισβολέων, η προσπάθεια κατάληψης της Αμμοχώστου, ο εγκλωβισμός των χωριών προς την περιοχή της Καρπασίας. Οι μάχες γύρω από τη Λευκωσία είναι σκληρές. Οι Τούρκοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να εξασφαλίσουν τον έλεγχο όσο το δυνατόν περισσότερων εδαφών, να στραγγαλίσουν την Πρωτεύουσα, να την αποκλείσουν από μεγάλα τμήματα της ενδοχώρας. Σήμερα, με τη γνώση των γεγονότων που ακολούθησαν, μπορούμε να κατανοήσομε τους λόγους. Το ίδιο βράδυ επρόκειτο να υπογραφεί ανακωχή.

manolis_mpikakis_kai_stratiotes

Ο Μανώλης βρέθηκε με ένα συνάδελφό του στη γραμμή του πυρός. Είχε διασπαστεί η μοίρα και είχαν απλωθεί οι άνδρες για να αποκρούσουν καλύτερα τις εχθρικές επιθέσεις. Μέσα στη βροχή από σφαίρες, στις συνεχείς εκρήξεις και στα πυρά του εχθρού οι δυο σύντροφοι χάνονται μεταξύ τους. Οι λόγοι είναι άγνωστοι, αλλά κατανοητοί.. Λίγο να μετακινήθηκαν προς αντίθετες κατευθύνσεις, λίγο να άλλαξαν θέσεις… Άλλωστε οι Τούρκοι είχαν την αεροπορική υπεροπλία. Μαχητικά και βομβαρδιστικά πετούσαν διαρκώς προς κάθε κατεύθυνση.

Αληθινή κόλαση ο τόπος που σήμερα περιγράφεται απλά ως «νεκρή ζώνη». Το εικοσάχρονο παλικάρι από την Κρήτη έχει ένα αντιαρματικό όπλο ΠΑΟ στον ώμο του και μόλις οκτώ βλήματα στη διάθεσή του. Όπως είπαμε, ο άλλος στρατιώτης, Μπινιχάκης το όνομά του, είχε χαθεί. Τον φώναξε μερικές φορές ο Μανώλης αλλά απόκριση δεν πήρε. Ήταν, άλλωστε, πολύ δύσκολο να ακούσει κανείς ανθρώπινη φωνή μέσα σε εκκωφαντικούς ήχους και πυροβολισμούς. Συγκλονίστηκε ο Μανώλης. Μπροστά στις μπούκες των αρμάτων σκεφτόταν αυτό το άτυχο παιδί, το σύντροφό του, που πίστευε ότι χτυπήθηκε από βόλι εχθρικό. Αψήφησε τον καταιγισμό και άρχισε να ψάχνει για το άψυχο κουφάρι του. Δεν έβρισκε τίποτα. Ωστόσο, ένας ουλαμός αρμάτων προχωρούσε προς το μέρος του. Βρίσκονταν μόλις 300 μέτρα μακριά. Ήταν ζήτημα χρόνου να χαθεί κι ό ίδιος.

Έρποντας κινήθηκε προς το όπλο και τα οκτώ βόλια που είχε στη διάθεσή του. Πήρε ένα, όπλισε.

«Βρισκόταν μέσα σε κάτι χαρακώματα ο Μανώλης, όταν είδε τα άρματα μάχης να κατευθύνονται προς το μέρος του», λέει η Νίκη. «Χωρίς να χάσει καιρό σημαδεύει το πρώτο και το πετυχαίνει»… Ήταν ένα θηρίο Μ48, αμερικάνικης κατασκευής. Από τα πιο βαριά που χρησιμοποιήθηκαν στην εισβολή. Η βολή του παλικαριού από τα Αστερούσια κάνει συντρίμμια το αμερικάνικο θηρίο.

Αυτή ήταν η αρχή. Ο εικοσάχρονος πολεμιστής βρίσκεται πια ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Προσπαθούν όλοι να τον πετύχουν. Εκείνος, λες κι είναι μεθυσμένος (θυμάστε το «αθάνατο κρασί του 21» που έγραφε ο μεγάλος Παλαμάς;). Δεν υπολογίζει το θάνατο. Έπρεπε να υπερασπιστεί ένα λόφο και να μην αφήσει τους Τούρκους να περάσουν. Η περιοχή βρίσκεται κοντά στο σημερινό κόμβο «Κολοκασίδης», σε ένα στρατηγικό σημείο για τον έλεγχο της πόλης. Πολύ κοντά ήταν ο δρόμος προς Μόρφου και Γερόλακκο, περνούσε δίπλα από τη σχολή Γρηγορίου. Κι εκεί στο Γερόλακκο ήταν η βάση της ΕΛΔΥΚ, της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου.

Μόνος ο στρατιώτης Μπικάκης απέναντι σε ολόκληρο στρατό. Λέγεται πως απέναντί του βρίσκονταν έξι ή οκτώ άρματα μάχης που καθάριζαν το έδαφος και ακολουθούσε το τουρκικό πεζικό, ένα ολόκληρο τάγμα. Σέρνεται στο χώμα για να μη γίνει αντιληπτός. Είχε αρχίσει να πλησιάζει το δεύτερο άρμα. Στέκεται παλικαρίσια απέναντί του, το σημαδεύει, πυροβολεί. Εύστοχη και τούτη η βολή. Το θηρίο Μ48 γίνεται συντρίμμια και τα καύσιμά του αρπάζουν φωτιά. Του μένουν πια μόνο έξι βλήματα. Έπρεπε να διατηρήσει την ψυχραιμία του και, κυρίως, να είναι απόλυτα εύστοχος. Σημαδεύει το τρίτο τανκ. Πάει κι αυτό! Ο Μανώλης μετακινείται από τη μια θέση στην άλλη. Κουβαλά το όπλο, μεταφέρει τις βολίδες, γλιστρά ανάμεσα στις σφαίρες, αιφνιδιάζει τους απέναντι.

Δυο άλλα άρματα μάχης, αυτά που ακολουθούσαν, αλλάζουν κατεύθυνση. Κανείς δεν έμαθε αν τα πληρώματά τους φοβήθηκαν ή αν προσπάθησαν να μετακινηθούν για να αντιμετωπίσουν τον απρόσμενο αντίπαλο. Η Νίκη δεν είναι σίγουρη για τις λεπτομέρειες, ούτε για την ακριβή διαδοχή των γεγονότων. Ο Μανώλης απέφευγε να μιλά πολύ γι’ αυτά, τα θεωρούσε όλα πολύ φυσιολογικά, πίστευε απλά ότι «έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει». Είναι, όμως, σίγουρη ότι κατέστρεψε και το επόμενο άρμα, αυτό που ακολουθούσε, δηλαδή το έκτο. Ένα άλλο άρμα ξεμυτίζει από το κτήριο του σχολείου, όπου κρυβόταν. Μόλις εμφανίστηκε το βάζει ο Μανώλης στο στόχαστρο. Αλάθητος σκοπευτής ο Μπικάκης. Φωτιές ξεπετάγονται μέσα από τα διαλυμένα σιδερικά.

Οι βολίδες τέλειωναν πια. Έμεναν μόλις τρεις. Έμενε κι ένα τανκ. Οι μαρτυρίες από δω και μετά είναι μπερδεμένες. Κρίμα που δεν ζει ο ίδιος να τις ξεκαθαρίσει και να δώσει την εικόνα ενός ήρωα, ενός παλικαριού που περιφρόνησε τον θάνατο. Τελοσπάντων, ο Μανώλης κατάφερε να εγκλωβίσει στο στόχαστρό του και το έκτο άρμα μάχης. Το επίσημο χαρτί που του έδωσε το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας κάνει λόγο για τέσσερα. Λίγη σημασία έχει, αλήθεια, αν κατέστρεψε τέσσερα ή έξι άρματα μάχης συνολικά. Αλλά, το χαρτί αυτό υπογράφηκε λίγες ημέρες μετά, τον Σεπτέμβρη. Ήταν δύσκολο να γίνει ακριβής αποτίμηση.

Το τουρκικό τάγμα διασκορπίστηκε. Βρήκαν ένα κτήριο και κατέφυγαν εκεί με τη βοήθεια της αεροπορίας. Όσο για τον Μπικάκη… αυτός ήταν πραγματικά άφαντος. Ήξερε να κρύβεται, να μετακινείται, να μη δίνει στόχο. Όπως έλεγε μετά, πίστευε ότι είχε ξεγελάσει τους Τούρκους που δεν ήξεραν τι είχαν να αντιμετωπίσουν, δεν ήξεραν πόσος στρατός, πόσοι βαρεοπλίτες κρύβονταν στο λόφο. Και ξαφνιάστηκαν γιατί ήξεραν ότι η περιοχή είχε θεωρηθεί προσπελάσιμη μετά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της αεροπορίας τους.

Μετακινούμενος διαρκώς ο Μανώλης με το βαρύ όπλο ΠΑΟ (Πυροβόλο Άνευ Οπισθοδρομήσεως) στον ώμο και με μόνο δυο βολίδες στη διάθεσή του, βλέπει τους άνδρες του πεζικού να καταφεύγουν στο κτήριο. Οι δυο βολίδες αρκούσαν να τους πετσοκόψει. Δεν του έμενε πια τίποτα. Ήταν ολομόναχος, χωρίς πυρομαχικά, χωρίς ελπίδα.

«Μου έλεγε ότι πίστευε στη σωτηρία του», θυμάται η Νίκη. «Προσπάθησε να κρυφτεί. Πέρασαν κάμποσες μέρες, νομίζω τέσσερις ή πέντε, και οι άλλοι στρατιώτες, οι σύντροφοί του, νόμιζαν πως ήταν σκοτωμένος. Ο Μανώλης ήξερε να επιβιώνει σε πολύ αντίξοες συνθήκες, άλλωστε ήταν τέτοια η εκπαίδευσή του. Πολλές φορές μου έλεγε ότι δεν είχε βάλει τίποτε στο στόμα του, ούτε φαγητό, ούτε νερό…» Χωρίς νερό, λοιπόν. Και ήταν Αύγουστος μήνας. Στο θερμό κλίμα της Κύπρου.

Όταν η περιπέτειά του έφτασε στο τέλος της ο μικρός ήρωας ήταν εξαντλημένος…

«Μόλις είδε τους συντρόφους του ζήτησε φαΐ και νερό…»

stratiotes_me_elliniki_simaia

Επιστρέφοντας από την Κύπρο ο ήρωας του 1974 πήγε στην Αγιά Φωτιά της Μεσαράς κι από κει στην Αθήνα. Τη Νίκη την ήξερε από πριν αλλά εκείνη ήταν κοριτσάκι ακόμη, κόρη μαραγκού που είχε τύχει να συναντήσει τον Μανώλη και να τον συμπαθήσει. Έρωτας μετά τη μάχη. Η άλλη πλευρά της ζωής. Ή, μάλλον, η ίδια η ζωή που δείχνει πότε το σκληρό πρόσωπό της και πότε καλοσυνεύει και χαμογελά.

Κλέβει ο Μανώλης τη Νίκη, έτσι όπως έκαναν στην Κρήτη του παλιού καιρού και τη φέρνει στην Κρήτη. Η οικογένεια της κοπελιάς δεν αντιδρά, τον καλοδέχεται. Ο γάμος έγινε στην Κρήτη.

Από τότε οι δρόμοι τους δεν χώρισαν πια. Ως τον Οκτώβριο του 1994. Εκείνος δούλευε στην Τρίπολη εκείνη την εποχή. Ένα Σάββατο ξεκίνησε για να τη συναντήσει. Δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του. Ένα μεγάλο φορτηγό, μια νταλίκα… Τροχαίο. Έτσι γιατί μια λέξη μπορεί να κλείσει το βιβλίο μιας ολόκληρης ζωής. Τροχαίο! Ο Μανώλης άφησε πίσω του δυο παιδιά. Αν ζούσε σήμερα, στα 56 του, θα ήταν παππούς. Και θα μπορούσε να λέει στα εγγόνια του παραμύθια, σαν εκείνα που άκουγε στα Αστερούσια όταν ήταν κι εκείνος παιδί. Πιθανόν, όμως, να μην τους έλεγε ποτέ, ή να μην τους έλεγε συχνά, τη δική του ιστορία που μοιάζει σαν συναρπαστικό παραμύθι. Έτσι γιατί πίστευε ότι έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει. Είναι λόγια δικά του. Και η Νίκη του δεν θα τα ξεχάσει ποτέ. Σκέφτεται, όμως, πόσο δύσκολη ήταν η ζωή και πόσο σκληρή απέναντί του: «Αν ζούσε θα χαιρόταν τώρα το εγγονάκι μας», λέει…»

manolis_mpikakis_stratiotis_3

Περισσότερα εδώ.

Advertisements

Αφήστε ένα σχόλιο

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s