Otto Strasser: Η Γερμανία του Αύριο – O Γερμανικός σοσιαλισμός – Μέρος Α’

Μετάφραση: Πενθεσίλεια

Αναδημοσίευση από μη ενεργό πλέον ιστολόγιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΥΟ

Ο ΓΕΡΜΑΝΙΚΌΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

1. Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Στην πρώτη γραμμή κάθε οικονομικής μελέτης βρίσκεται το ζήτημα του σκοπού της. Ο λαϊκός άνθρωπος απαντά πάντα ως ακολούθως: “Ο σκοπός του οικονομικού συστήματος ενός έθνους είναι να ικανοποιεί τις ανάγκες όλων των πολιτών για σίτιση, ρουχισμό και ασφάλεια, και να συγκεντρώνει πόρους για τις ταραχώδεις περιόδους.”

Εκτός από μερικές λεπτομέρειες, ένα οικονομικό σύστημα το οποίο υλοποιεί αυτά τα πράγματα εξασφαλίζει την γενική επιδοκιμασία από από εκείνους των οποίων οι φυσικές ανάγκες είναι τοιουτοτρόπως ικανοποιημένες. Αυτές οι μελέτες εξηγούν, όχι μόνο την ύπαρξη και την διάρκεια του φιλελεύθερου (ήτοι του καπιταλιστικού) οικονομικού συστήματος, αλλά και την τωρινή του κρίση και το επικείμενο τέλος του. Ανεξάρτητα από όλες τις αντικαπιταλιστικές θεωρίες, η καπιταλιστική οικονομία θα παρέμενε (στην Γερμανία) εάν θα μπορούσε να συνεχίσει να πραγματοποιεί το καθήκον της εξασφαλίζοντας για όλους τους Γερμανούς επαρκή σίτιση, ρουχισμό και ασφάλεια. Η “κρίση του καπιταλισμού,” επομένως, δεν είναι αποτέλεσμα του σοσιαλιστικού κινήματος, αλλά, αντιθέτως, η βασική αιτία του.

Διότι αποτελεί πασιφανές γεγονός ότι το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα δεν μπορεί πλέον να πληροί τον σκοπό του (όπως καθορίστηκε παραπάνω), κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τα τεράστια νούμερα της ανεργίας, την προλεταριοποίηση της μέσης τάξης, την καταστροφή της αγροτιάς, και την αποτυχία της παροχής ευκαιριών για τα μέλη της ανατέλλουσας γενιάς. Όταν γυρεύουμε εξηγήσεις μέσα στην δραστηριότητα της αιτιότητας για την κατάρρευση του καπιταλισμού, βρίσκουμε ότι οι τρεις πιο βασικοί παράγοντες της καπιταλιστικής οικονομίας που συνεισφέρουν εξίσου σε αυτή την κατάρρευση είναι οι ακόλουθοι:

α. Η καπιταλιστική οικονομική πολιτική ενός συγκεντρωμένου παγκόσμιου συστήματος παραγωγής, συναλλάγματος, και του κανόνα του χρυσού.

β. Ο καπιταλιστικός οικονομικός νόμος ο οποίος διατάζει πως η “ατομική ιδιοκτησία είναι ιερή.”

γ. Η καπιταλιστική οικονομική μορφή της βιομηχανοποίησης, της μηχανοποίησης, του ορθολογισμού και των γιγαντιαίων επιχειρήσεων.

Είναι απαραίτητο να επισημάνουμε συνοπτικά τις καταστροφικές επιπτώσεις αυτών των τριών χαρακτηριστικών του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, ως πρόλογο σε μια επίδειξη των αντιθετικών τάσεων οι οποίες πρέπει να υιοθετηθούν από τον Γερμανικό σοσιαλισμό.

Η άποψή μας ότι ο καπιταλισμός είναι το οικονομικό σύστημα του φιλελευθερισμού είναι θεμελιωδώς ξεχωριστή από τις Μαρξιστικές και τις Χιτλερικές (ή τις φασιστικές) απόψεις. Και στις δύο τελευταίες έγκειται μια αξιολόγηση, η οποία ενισχύεται στους προπηλακισμούς εναντίων των υποστηρικτών του καπιταλισμού.

Ο Μαρξισμός, με την αντί-ιστορική αντίληψή του επί των πραγμάτων, τείνει περαιτέρω να περιγράφει όλα τα παρελθοντικά οικονομικά συστήματα ως καπιταλιστικά, ή τουλάχιστον ως ημί-καπιταλιστικά, με τα οποία ο σοσιαλισμός είναι αντίθετος ως κάτι εντελώς καινούργιο.

Έτσι οι Μαρξιστές αποτυγχάνουν να αντιληφθούν ότι ο καπιταλισμός είναι ιδεολογικά συνδεδεμένος με τον φιλελευθερισμό, προηγουμένως από την κυριαρχία του οποίου υπήρχε ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικό σύστημα ιδεολογικώς συγγενές με τον σοσιαλισμό, παρόλο που φυσικά διέφερε από τον σοσιαλισμό στην μορφή του.

Παρομοίως οι Χιτλερικοί (και οι φασίστες) αποτυγχάνουν να κατανοήσουν ότι οι δεσμοί μεταξύ του καπιταλισμού και του φιλελευθερισμού είναι αδιάσπαστοι, και ανυπομονούν να καταστρέψουν τον φιλελευθερισμό και να αφήσουν το καπιταλιστικό σύστημα άθικτο.1

Από την άλλη μεριά, οι Εθνικοσοσιαλιστές, ενώ αναγνωρίζουν την σημαντικότητα του καπιταλισμού εξαιτίας των μεγάλων κατορθωμάτων του, είναι πεπεισμένοι ότι το σύστημα είναι καταδικασμένο από τις εσωτερικές διαμάχες.

Α. Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η καπιταλιστική οικονομική πολιτική βασίζεται στην παγκόσμια ανοιχτή αγορά, το ελεύθερο παγκόσμιο εμπόριο, και τον διεθνή κανόνα του χρυσού. Αλλά και οι τρεις αυτές αρχές καταστράφηκαν ανεπανόρθωτα από τον πόλεμο (1914-1918), και από την “οργανική” σκοπιά μας ο πόλεμος ήταν μόλις η έκφραση μιας επανάστασης, όχι η αιτία αυτής της επανάστασης. Διότι:

α. Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι απολίτιστες ή ημιπολιτισμένες χώρες (Ινδία, Κίνα, Νότια Αμερική, Βόρεια Αφρική, Νότια Αφρική) ξεκίνησαν τις δικές τους γιγαντιαίες βιομηχανίες· και όταν, μετά τον πόλεμο, οι δύο χώρες όπου οι επιχειρήσεις παραγωγής ήταν για περισσότερο εγκαθιδρυμένες, η Βρετανία και η Γερμανία – υποβοηθούμενες από τις ΗΠΑ, οι οποίες κατά τη διάρκεια του πολέμου είχαν μεταμορφωθεί από μια εισαγωγική χώρα σε μια εξαγωγική- προσπάθησαν να εφοδιάσουν τις παλιές τους αγορές, αντιμετωπίστηκαν παντού από τοπικά παραγόμενα βιομηχανικά είδη. Αυτά τα τοπικά παραγόμενα αγαθά θα μπορούσαν να πωλούνται πολύ φθηνότερα, επειδή οι μισθοί ήταν χαμηλότεροι, και δεν θα χρειαζόταν να προστεθεί τίποτα στις τιμές εξαιτίας των εμπορευμάτων και των τελωνειακών τελών.

β. Σε σχέση με τον πόλεμο, σθεναρά εθνικιστικά κινήματα ξεκίνησαν παντού, ειδικά μεταξύ των ημί-αποικιακών και των ολοκληρωτικά αποικιακών λαών. Οι εθνικιστικοί τους αγώνες για ελευθερία ήταν πάντοτε συνδεδεμένοι με προσπάθειες για μποϊκοτάζ στα “λευκά αγαθά”, προσπάθειες εκ των οποίων το ροδάνι του Gandhi είναι ένα τυπικό παράδειγμα, και ένα άλλο είναι το παγκόσμιο κίνημα στην Κίνα εναντίον των εισαγόμενων προϊόντων (κίνημα το οποίο συνεχίστηκε ανεξάρτητα από τις εξεγέρσεις που απέρρευσαν από τους πολέμους μεταξύ των στρατηγών). Η οικονομική πολιτική της ανεξάρτητης Τουρκίας ακολούθησε μια παρόμοια γραμμή με εκείνες της Περσίας και της Αιγύπτου. Παντού ο αγώνας για εθνική ελευθερία συνεχίστηκε μαζί με μια εκστρατεία εναντίον των “λευκών αγαθών,” ήτοι εναντίον του καπιταλισμού της Ευρώπης και των ΗΠΑ.

γ. Ακόμη μία αλλαγή που επέφερε μεγάλες συνέπειες ήταν -σε σχέση με την Μπολσεβίκικη Επανάσταση- η εξαφάνιση της Ρωσίας ως καταναλωτή των αγαθών που παράγονταν στις παλαιότερες βιομηχανικές χώρες. Περισσότεροι από εκατόν εξήντα εκατομμύρια καταναλωτές εξαφανίστηκαν από την “παγκόσμια αγορά”, για να μην αναφερθούμε στις αναπτυσσόμενες πιθανότητες της Ρωσίας ως εξαγωγέα αγαθών.

Η παγκόσμια αγορά, και το εμπόριο γενικώς, ανατράπηκαν τελείως από την συνεργασία αυτών και άλλων παραγόντων. Τότε ήρθε η απομάκρυνση όλο και περισσότερων χωρών από τον διεθνή κανόνα του χρυσού, προκαλώντας πλήγματα στα οποία οι Γερμανικές αποζημιώσεις συντέλεσαν και τα δικά τους ταρακουνήματα.

Εφόσον όλες αυτές οι αιτίες παραμένουν σε λειτουργία, και από τη φύση τους είναι πιθανόν να δράσουν με αυξανόμενη δύναμη, δεν υπάρχει προοπτική ότι τα θεμέλια της καπιταλιστικής οικονομικής πολιτικής θα εδραιωθούν ποτέ ξανά.

Παρόλο που ο καπιταλιστικός κόσμος προσκολλάται σπασμωδικά στην ελπίδα ότι όλο αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια παροδική κρίση, αυτή η ελπίδα έχει σκληρά διαψευστεί από την πορεία του παγκόσμιου εμπορίου.

Σύμφωνα με στατιστικά που εκδόθηκαν από την Υπηρεσία της Κοινωνίας των Εθνών της Γενεύης, το παγκόσμιο εμπόριο όπως εκτιμήθηκε σε δισεκατομμύρια Γαλλικών φράγκων είναι:

Έτος Εισαγωγές Εξαγωγές

1929      813          735

1930      662           586

1931      505           415

1932      319           285

1933      289           266

1934      273           252

Οι ισχυρές και επιτυχείς προσπάθειες της Ρωσίας και της Ιαπωνίας δεν αφήνουν τα βιομηχανικά Πολιτείες της Ευρώπης (όπου η παραγωγή είναι περισσότερο ακριβή) κανένα περιθώριο ανάκτησης της παλιάς τους θέσης ως εξαγωγείς· και πρέπει να θυμόμαστε ότι η πολιτική των ΗΠΑ της οικονομικής ερήμωσης, σε συνδυασμό με την Αυτοκρατορική πολιτική που εγκαινίασε η Βρετανία στην Ottawa, τείνει να κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Στις Ευρωπαϊκές Πολιτείες η “κρίση” εκ τούτου παρουσιάζεται ως μια δομική, η οποία μπορεί να ξεπεραστεί μόνο από μια ολοκληρωτική αλλαγή του οικονομικού συστήματος.

Β. Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ

Ο καπιταλιστικός οικονομικός κανόνας ο οποίος θεσπίζει ότι η “ατομική ιδιοκτησία είναι ιερή,” ότι “ο καθένας μπορεί να κάνει ο,τι θέλει με την ιδιοκτησία του,” επίσης υπονομεύθηκε από τον πόλεμο (μεταξύ 1914-1918). Στην καρδιά του λαού διαδόθηκε ένα αίσθημα ότι υπήρχε κάτι θεμελιωδώς άδικο σχετικά με το σύστημα το οποίο αποκήρυξε την ηθική απαίτηση για προστασία ενάντια στην εξαθλίωση και την έλλειψη ψωμιού, οι οποίες επέφεραν ή διατήρησαν μια αντικοινωνική διάσπαση του πληθυσμού σε κοινωνικά στρώματα εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων, και εξαίρεσε την μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών από οποιοδήποτε μερίδιο στην ιδιοκτησία, την ηγεσία και την ανάπτυξη του έθνους. Σε κάθε άτομο κατέστη σαφές ότι ένα τέτοιο απεριόριστο δικαίωμα από μέρους ενός ιδιοκτήτη “το να κάνει ο,τι θέλει με την ιδιοκτησία του” συγκρουόταν με τα ζωτικά συμφέροντα του λαού, και ότι θα μπορούσε να μην υπάρχει καμιά δικαιολογία για ένα τέτοιο δικαίωμα σε μια εποχή όπου ολόκληρο το έθνος καλούνταν να χύσει το αίμα του υπερασπιζόμενο την “ιδιοκτησία.”

Αυτές οι εμπειρίες έχουν καταστήσει αδύνατο για τον καπιταλιστικό κανόνα σε σχέση με την “ιερότητα της ατομικής ιδιοκτησίας”, να μπορέσει ξανά να εξασφαλίσει την αναγνώριση από τον Γερμανικό λαό.

Καθοριστικής σημασίας σε αυτό το ζήτημα είναι η διάκριση μεταξύ των αγαθών τα οποία μπορούν να πολλαπλασιαστούν σε ποσότητα όσο θέλουμε εμείς, και σε εκείνα τα οποία δεν μπορούν να πολλαπλασιαστούν επειδή είναι μονοπώλια.

Εφόσον η ίδια η ύπαρξη ενός λαού εξαρτάται από κάποια αγαθά εκ των οποίων υπάρχει μόνο μια περιορισμένη ποσότητα (γη, οι πρώτες ύλες που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της γης, και -με κάποιους περιορισμούς- τα μέσα παραγωγής εν γένει) ο λαός ως σύνολο είναι άμεσα εξαρτημένος από εκείνους οι οποίοι κατέχουν τέτοια μονοπώλια. Εάν το (καπιταλιστικό) δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας κρίνεται ότι είναι έγκυρο όσον αφορά αυτά τα μονοπώλια, τότε άτομα στα οποία “ανήκουν” τα μονοπώλια μπορούν να καθορίζουν κατά βούλησή τους τη ζωή και τον θάνατο εκατομμυρίων από τους συμπατριώτες τους.

Η οικονομική δύναμη η οποία συγκεντρώνεται τοιουτοτρόπως στους ιδιοκτήτες των μονοπωλίων είναι η ουσιαστική κατάρα του καπιταλισμού, και συνεπάγεται αναγκαία την υποτέλεια της εξαρτημένης πλειοψηφίας του πληθυσμού – μια υποτέλεια η οποία ακτινοβολεί από το οικονομικό στο πολιτικό και το πολιτιστικό πεδίο.

Διότι κανένα Κράτος, όσο τετραπέρατοι και έντιμοι αν είναι εκείνοι οι οποίοι διαχειρίζονται τις υποθέσεις του, δεν μπορεί να εξασφαλίσει αποτελεσματικά το συμφέρον της μη-κατέχουσας πλειοψηφίας εκείνων οι οποίοι εξαρτώνται ακόμη και οι ζωές τους από την πρόσβαση και την χρήση των μονοπωλίων, εάν το νόμιμο σύστημα της χώρας αναγνωρίζει την ατομική ιδιοκτησία σε αυτά τα μονοπώλια, με το απεριόριστο δικαίωμα των ιδιοκτητών να κάνουν ο,τι θέλουν με την ιδιοκτησία τους.

Εκ τούτου, οι ηθικοί και οι οικονομικοί σκοποί συνδυάζονται για να παρακινήσουν τα σύγχρονα ανθρώπινα όντα να απαρνηθούν -όσον αφορά τα προαναφερθέντα μονοπώλια- τον καπιταλιστικό οικονομικό κανόνα ότι “η ατομική ιδιοκτησία είναι ιερή.”

Θεμελιωδώς διαφορετική, επί της αρχής, είναι η ιδιοκτησία των αγαθών των οποίων η ποσότητα μπορεί να πολλαπλασιαστεί κατά βούληση – συνηθισμένα εμπορεύματα οποιουδήποτε είδους. Η ιδιοκτησία τους (και πρόκειται να δούμε αργότερα ότι αυτό εφαρμόζεται και στα χρήματα) δεν δημιουργεί οποιαδήποτε τέτοια “οικονομική δύναμη πάνω στους μη-κατέχοντες”, διότι αυτά με τη σειρά τους δεν εξαρτώνται από τα αγαθά που είναι ανά πάσα στιγμή αυξητά, και επομένως δεν δημιουργούνται οι εξαρτώμενοι των “ατομικών ιδιοκτητών” τέτοιων αγαθών.

Γ. ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Τέλος ο πόλεμος (μεταξύ 1914-1918), διαμέσου της σφοδρής εκβιομηχάνισης που επέφερε, είχε μια καταστροφική συνέπεια στην φυσική και ακόμη περισσότερο στην πνευματική υγεία των Γερμανών. Οι αμφιβολίες σχετικά με τη “νίκη των μηχανών” ενισχύθηκαν από τα αποτελέσματα της λογικοποίησης που υπήρξε κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, δημιουργώντας τεράστια βιομηχανικά έργα -και τεράστια σύνολα ανέργων.

Ωστόσο, όχι χωρίς επακόλουθα απέβησαν τα αποτελέσματα της ανανεωμένης επαφής με τη φύση την οποία είχαν οι άνδρες του μάχιμου μετώπου στα χαρακώματα, οι νεαροί στις ενώσεις πεζοπορίας τους, και οι άνεργοι στις παροχές τους, χάρις την οποία, στον βιομηχανοποιημένο βίο μετέπειτα, όλοι άρχισαν να αναρωτιούνται εάν η μεγάλη πόλη με τις πλινθόκτιστες τρύπες και τα δολοφονικά τεράστια εργοστάσια με τους μεταφορείς τους, πράγματι προσέφεραν αξιόλογες συνθήκες κατά το σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ κούνιας και τάφου.

Τα συναισθήματα των μαζών απομακρύνθηκαν όλο και περισσότερο από τις καπιταλιστικές οικονομικές μορφές της βιομηχανοποίησης, τις παγιδευτικές πόλεις, και την βιομηχανική τεχνική, και κατέστησαν τους αποστερημένους όλο και περισσότερο επίμονους στην απαίτησή τους για νέες μορφές.

Εν τούτω μια γνησίως συντηρητική απάρνηση βρήκε έκφραση – μια απάρνηση της ροπής για υπερεκτίμησης της τεχνικής και άλλων προσφάτων προσόντων του πολιτισμού. Εδώ έχουμε μια σημαντική διάκριση από τον Μαρξισμό, ο οποίος σε αυτά τα ζητήματα, ομοίως, δείχνει την πνευματική του συγγένεια με τον φιλελευθερισμό. (βλέπουμε σημαντικά παραδείγματα αυτού στη Ρωσία, όπου τα Μαρξιστικά εγκώμια στην βιομηχανική ανάπτυξη έχουν μεγάλη εύνοια, και όπου το πρόσφατο “Κίνημα του Stakhanoff” μας υπενθυμίζει τόσο πολύ κάποια χαρακτηριστικά του νέο-φιλελεύθερου καπιταλισμού).

Στο φιλελεύθερο (και το Μαρξιστικό) ιδεώδες για μια απεριόριστη αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης εμείς αντιπαραθέτουμε το συντηρητικό (και σοσιαλιστικό) ιδεώδες για μια προσεκτική και πρόσχαρη ύπαρξη, η οποία φυσικά απαιτεί ως το θεμέλιό της μια επαρκή προμήθεια των απαραίτητων της ζωής, αλλά γυρεύει και βρίσκει την βασική του ολοκλήρωση σε πολύ διαφορετικές αξίες.

Το πρώτο πράγμα που προκύπτει από τις προηγούμενες αναλύσεις είναι ο λόγος για τον οποίο η οικονομική πολιτική, ο οικονομικός κανόνας, και η οικονομική μορφή του καπιταλισμού βρίσκονται στις οδύνες μιας κρίσης από την οποία δεν μπορεί να βρεθεί καμία έξοδος· αλλά εισαγόμαστε επίσης στις φύτρες της τάσης και στο είδος της οικονομικής πολιτικής, των οικονομικών κανόνων, και της οικονομικής μορφής που θα διακρίνουν τον Γερμανικό σοσιαλισμό.

35450_screenshots_59

1 Εδώ ο Otto δεν χάνει ευκαιρία να επιτεθεί στον Hitler και να τον ταυτίσει με τον Ιταλικό Φασισμό, ο οποίος σαφώς και πρόδωσε τους αρχικούς επαναστατικούς του σκοπούς. Είναι γεγονός ότι μετά τις πολιτικές δολοφονίες της Νύχτας των Μεγάλων Μαχαιριών, δολοφονίες στις οποίες έχουμε αναφερθεί διεξοδικά σε προηγούμενα άρθρα, η ηττημένη Εθνικοσοσιαλιστική πτέρυγα έγινε ο μεγαλύτερος εχθρός των Χιτλερικών. Εμείς, κρίνοντας με ιστορική απόσταση και όσο μπορούμε πιο αντικειμενικά, έχουμε αποδείξει με σειρά άρθρων, και θα ακολουθήσουν σύντομα και άλλα, ότι η Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία ουσιαστικά εθνικοποίησε πλήρως την καπιταλιστική παραγωγή με μια σειρά από νόμους οι οποίοι έδεναν τα κεφάλαιο χειροπόδαρα τόσο ως προς την κερδοφορία του όσο και ως προς την κατεύθυνση των επενδύσεων, ενώ ταυτόχρονα ουσιαστικά κρατικοποίησε πλήρως το τραπεζικό σύστημα. Επομένως ο Otto εδώ είναι εμπαθής και άδικος. Ως προς την Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών έχουμε αναφέρει ότι για εμάς ήταν ένα ανοσιούργημα το οποίο επιβλήθηκε στον Hitler από την Γερμανική ολιγαρχία, με τη συνεργασία κομματικών στελεχών του NSDAP.

Advertisements

Αφήστε ένα σχόλιο

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s