Nicola Bombacci: O απόστολος των προλετάριων

του Erik Norling (απόσπασμα από το βιβλίο “Revolutionary Fascism”, σελίδες 35-46)

Στις 29 Απριλίου του 1945, τα ηγετικά στελέχη του Φασισμού δολοφονήθηκαν από κομμουνιστές παρτιζάνους. Ανάμεσα σε αυτούς τους ηγέτες, βρίσκουμε περιέργως τον Nicola Bombacci, πρώην ηγετική φυσιογνωμία του Ιταλικού κομμουνισμού, ιδρυτή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCI), ένα προσωπικό φίλο του Lenin με τον οποίο ήταν στην ΕΣΣΔ κατά τα χρόνια της Επανάστασης των Μπολσεβίκων, αυτόν τον οποίο αποκαλούσε με το ψευδώνυμο «ο Κόκκινος Πάπας» η μεγαλοαστική τάξη, και τελικά ακολούθησε άνευ όρων τον Mussolini, στον οποίο προσχώρησε μόνο κατά τους τελευταίους μήνες του καθεστώτος του. Είναι η ιστορία του μια ιστορία προδοσίας ή προσηλυτισμού; Ή μήπως η φυσική εξέλιξη ενός Εθνικομπολσεβίκου;

Ένας νέος επαναστάτης, ο Nicola Bombacci γεννήθηκε μέσα σε μια καθολική οικογένεια (ο πατέρας του ήταν αγρότης, πρώην στρατιώτης των Παπικών Κρατών) από την Ρωμανία, στην επαρχία του Φορλί, στις 24 Οκτωβρίου του 1879, μερικά χιλιόμετρα μακριά από το Πρεντάπιο, όπου τέσσερα χρόνια αργότερα θα γεννιόταν ο μελλοντικός ιδρυτής του Φασισμού. Είναι μια περιοχή σημαδεμένη από έντονους αγώνες των εργατών και από χωρικούς συνηθισμένους να εξεγείρονται, μια περιοχή ακραίων παθών. Ο πατέρας του του επέβαλε να γραφτεί σε μια θεολογική σχολή, την οποία και εγκατέλειψε όταν αυτός πέθανε.

Το 1903 γράφτηκε στο αντικληρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSI) και αποφάσισε να γίνει δάσκαλος, έτσι ώστε να υπηρετήσει τις κατώτερες τάξεις στον αγώνα τους (πάλι οι ομοιότητες με τον Ντούτσε είναι προφανείς, έχοντας σπουδάσει και στο ίδιο κολέγιο με αυτόν) αλλά γρήγορα αφιερώθηκε ψυχή και σώμα στην σοσιαλιστική επανάσταση. Η ικανότητά του να εργάζεται, και οι οργανωτικές του ικανότητες του έδωσαν μια θέση στα σοσιαλιστικά μέσα ενημέρωσης, επιτρέποντάς του να αυξήσει την επιρροή του μέσα στο εργατικό κίνημα, μετά να γίνει Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος, όπου θα γνωρίσει ένα νεαρό: τον Benito Mussolini, o οποίος ας μην ξεχνάμε, ήταν η υπόσχεση του Ιταλικού σοσιαλισμού πριν μετατραπεί σε εθνικό επαναστάτη.

Αντιτιθέμενος στην μετριοπαθή γραμμή της σοσιαλδημοκρατίας, ο Bombacci μαζί με τον Gramsci θα ιδρύσουν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας (PCI), μετά την εσωτερική διάσπαση του PSI και θα ταξιδέψει στην αρχή της δεκαετίας του ’20 στην ΕΣΣΔ, για να συμμετάσχει στην Μπολσεβίκικη Επανάσταση, όπου είχε πάει και προηγουμένως ως αντιπρόσωπος του Σοσιαλιστικού Κόμματος και τον είχε κερδίσει η Σοβιετική υπόθεση. Εκεί γίνεται φίλος με τον Lenin που του λέει κατά την υποδοχή του στο Κρεμλίνο, αυτά τα περίφημα λόγια για τον Mussolini: «Στην Ιταλία σύντροφοι, στην Ιταλία, υπάρχει μόνο ένας σοσιαλιστής ο οποίος μπορεί να οδηγήσει το λαό σε επανάσταση: ο Benito Mussolini,» και σύντομα ο Ντούτσε θα ξεκινούσε μια επανάσταση, αλλά φασιστική…

Ως ηγέτης (ο Antonio Gramsci ήταν ο θεωρητικός, ο Bombacci ο οργανωτής) του νεοϊδρυθέντος PCI, γίνεται ο αυθεντικός υπ’ αριθμόν ένα εχθρός της Ιταλικής μεγαλοαστικής τάξης, η οποία τον επονομάζει με το ψευδώνυμο «Κόκκινος Πάπας». Θα επικυρώσει πανέξυπνα εκ νέου τη θέση του αναπληρωτή προέδρου, αυτή τη φορά μέσα από τις λίστες του νέου σχηματισμού, ενώ οι Φασιστικές ομάδες αρχίζουν να παίρνουν τους δρόμους, αντιμετωπίζοντας τις κομμουνιστικές στρατιές σε αιματηρές μάχες.

Ο Bombacci θα προσπαθήσει να σταματήσει την προέλαση του Φασισμού προς την εξουσία, αλλά θα αποτύχει, από τις σελίδες των εφημερίδων του θα εξαπολύει υβρεολόγια εναντίον του Φασισμού και θα υπερασπίζεται την κομμουνιστική επανάσταση. Είναι η εποχή που οι ομάδες των Μελανοχιτώνων τραγουδούν ασεβή τραγούδια όπως: «Δεν φοβόμαστε τον Bombacci, με τα γένια του Bombacci θα φτιάξουμε βούρτσες/spazzolini να γυαλίσουμε την καράφλα του Mussolini».

Είναι μια περίοδος όπου ο κομμουνισμός είναι γεμάτος εσωτερικές εντάσεις και ο Bombacci μπαίνει με τους συντρόφους του στην διαμάχη και ένα από τα σημεία τριβής είναι η επιλογή μεταξύ εθνικισμού και διεθνισμού. Είχε δείξει εθνικιστικές τάσεις στο παρελθόν, αυτό προμήνυε την γραμμή που θα ακολουθούσε. Ενώ ήταν ακόμα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και ως συνέπεια του εγγράφου που διαμαρτυρόταν εναντίον της πράξης του D’Annunzio στο Φιούμε1, ο Bombacci επαναστάτησε και έγραψε γι αυτόν ότι ήταν «Τέλεια και βαθύτατα επαναστατική πράξη, διότι ο D’Annunzio είναι επαναστάτης. Ο Lenin το είπε στο συνέδριο της Μόσχας».

Ο πρώτος φασισμός.

Το 1922 οι Φασίστες προέλασαν εναντίον της πρωτεύουσας του Τίβερη. Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τον Mussolini να καταλάβει την εξουσία, ακόμα κι αν αυτή δεν είναι απόλυτη κατά τα πρώτα χρόνια του καθεστώτος. Ως αναπληρωτής πρόεδρος και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος, καθώς και υπεύθυνος για τις διεθνείς σχέσεις, ο Bombacci συχνά ταξιδεύει στο εξωτερικό. Συμμετέχει στην I V Κομμουνιστική Διεθνή εκπροσωπώντας την Ιταλία και στην Επιτροπή Αντιφασιστικής Δράσης δίνει συνέντευξη μαζί με τους ηγέτες του Ρωσικού μπολσεβικισμού. Έχει ήδη αφιερώσει τη μισή ζωή του στον αγώνα υπέρ του προλεταριάτου και δεν είναι διατεθειμένος να εγκαταλείψει την προσπάθειά του να εφαρμόσει το σοσιαλιστικό του όνειρο.

Γίνεται ενθουσιώδης συνήγορος μιας προσέγγισης της Ιταλίας με την Σοβιετική Ένωση στην επιτροπή και τον κομμουνιστικό τύπο, μιλώντας με ασφάλεια στο όνομα των ηγετών της Μόσχας και με την υποκίνηση αυτών, αλλά χρησιμοποιώντας μια Εθνικοεπαναστατική ρητορική που ενοχλεί το κόμμα, το οποίο βρίσκεται υπό πλήρη διάλυση μετά τη φασιστική νίκη. Οι σχέσεις με το επαναστατικό Σοβιετικό κράτος θα ήταν ένα πλεονέκτημα για την Ιταλία ως έθνος, που επίσης περνούσε μέσα από μια επαναστατική διαδικασία, ακόμα και Φασιστική.

Κατηγορήθηκε αμέσως ότι ήταν αιρετικός και του ζητήθηκε να επανορθώσει τις θέσεις του. Δεν μπορούσαν να δεχθούν ότι μια κομμουνιστική απαίτηση όπως αυτή που ήγειρε o Bombacci, «το να υπερβούμε το Έθνος χωρίς να το καταστρέψουμε, το θέλουμε μεγαλύτερο διότι θέλουμε μια κυβέρνηση εργατών και αγροτών» είναι σοσιαλιστική, χωρίς ταυτόχρονα να αρνούνται ότι η πατρίδα είναι «ένα ιερό και αναφαίρετο δικαίωμα κάθε ανθρώπου και όλων των ανθρώπινων ομάδων». Ονομάζεται «Τρίτη Θέση» και είναι εκεί όπου ο επαναστατικός εθνικισμός του Φασισμού συναντά τον κομμουνιστικό επαναστατικό σοσιαλισμό.

Ο Bombacci σταδιακά περιθωριοποιήθηκε εντός του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και καταδικάστηκε σε πολιτικό εξοστρακισμό, παρά το γεγονός ότι δεν διέκοψε τις επαφές του με κάποιους Ρώσους ηγέτες και την Ρωσική πρεσβεία στην οποία εργαζόταν, εκτός του ότι ένας από τους γιους του ζούσε στη Σοβιετική Ένωση. Πίστευε ειλικρινά στη μπολσεβίκικη επανάσταση, και σε αντίθεση με τους Ιταλούς συντρόφους του, οι Ρώσοι είχαν μια εθνική αίσθηση της επανάστασης και ποτέ δεν θα του αρνηθούν τη φιλία του προς την ΕΣΣΔ, ακόμα και αφού εντάχθηκε οριστικά στον Φασισμό.

Με την αποβολή του από το κόμμα το 1927, ο Bombacci μπαίνει σε μια φάση που μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε ως τα χρόνια της σιωπής, η οποία κρατάει μέχρι το 1936, οπότε και εκδίδει το περιοδικό του που λέγεται «Η Αλήθεια» και αποκορυφώνεται το 1943 σε ένα σταδιακό προσηλυτισμό του στον Φασισμό. Μολαταύτα είναι πολύ εύκολο να θεωρήσουμε ότι o Bombacci άλλαξε στρατόπεδο πηγαίνοντας στο Φασισμό, όπως αυτοί που τον κατηγορούν ως «προδότη». Θα δούμε μια προσέγγιση, όχι με τον Φασισμό, αλλά με τον Mussolini και την αριστερή πτέρυγα του φασιστικού κινήματος με την οποία ο Bombacci αισθάνεται οικεία και εντός οικογένειας, κοντά στις επαναστατικές του ιδέες, το συντεχνιακό κράτος και την κοινωνική πολιτική του Φασισμού που, «όλες της οι αξιώσεις, αποτελούν ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα», σύμφωνα με όσα δήλωσε το 1928.

Με αυτό τον τρόπο αποδείξαμε ότι ο Bombacci δεν ήταν Φασίστας, αλλά υποστήριξε τα επιτεύγματα του καθεστώτος και την προσωπικότητα του Mussolini. Δεν προσέγγισε το Φασιστικό Κόμμα, ποτέ δεν γράφτηκε στο Εθνικό Φασιστικό Κόμμα, παρά την πανθομολογούμενη φιλία του με τον Mussolini, δεν δέχθηκε καμιά εργασία και ούτε αποκήρυξε τις κομμουνιστικές του καταβολές. Η ανεξαρτησία του άξιζε πολύ περισσότερο.

Ωστόσο πείστηκε ότι το κράτος που πρότεινε ο συντεχνιακός Φασισμός, ήταν η τελειότερη πραγματοποίηση του εφαρμοσμένου σοσιαλισμού, ένα κράτος ανώτερο του κομμουνιστικού. Ποτέ δεν απέκρυψε τα ιδανικά του, το 1936 έγραφε στην εφημερίδα «Η Αλήθεια» ομολογώντας την προσκόλλησή του τόσο στον Φασισμό όσο και στον Κομμουνισμό:

«Ο Φασισμός έκανε μια μεγάλη κοινωνική επανάσταση, Lenin και Mussolini. Σοβιετικό και Φασιστικό συντεχνιακό κράτος, Ρώμη και Μόσχα. Πολλά πρέπει να διορθωθούν, για τίποτα δεν πρέπει να απολογηθούμε, διότι σήμερα, όπως και χθες, κινούμαστε από τα ίδια ιδανικά. Τον θρίαμβο της εργασίας»

Ενώ όλα αυτά συνέβαιναν, ο Bombacci, είχε μια μακρά ανταλλαγή επιστολών με τον Duce προσπαθώντας να επηρεάσει τον πρώην σοσιαλιστή στην κοινωνική του πολιτική. Ο μεγαλύτερος ιστορικός του Φασισμού, ο Renzo de Felice, έγραψε γι’ αυτό ότι ο Bombacci είχε το πλεονέκτημα να έχει προτείνει στον Mussolini περισσότερα από ένα από τα μέτρα της δεκαετίας του 1930. Σε μια από αυτές τις επιστολές, που χρονολογείται τον Ιούλιο του 1934, o Bombacci προτείνει ένα πρόγραμμα κοινοτικής οικονομίας (το οποίο ο Mussolini θα έθετε σε εφαρμογή) και λέει στον Duce ότι με αυτό θα έδειχνε: «την επιθυμία του να εργαστεί περισσότερο πάνω σε αυτά που τώρα αφορούν το συμφέρον και το θρίαμβο του Συνδικαλιστικού Κράτους», καθώς επίσης και από τις στήλες του περιοδικού του από όπου μάχεται για μια αυτάρκεια που θα καταστήσει την Ιταλία ανεξάρτητο κράτος και θα την καταστήσει ικανή να αντιμετωπίσει τις πλουτοκρατικές δυνάμεις (ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία).

Εξαιτίας των παραπάνω υποστηρίζει με θέρμη την επέμβαση στην Αιθιοπία το 1935, όμως όχι ως αποικιακή εκστρατεία, αλλά ως ένα πρόλογο στην αναμέτρηση ανάμεσα στις προλεταριακές χώρες (μεταξύ αυτών και η Φασιστική Ιταλία) και στους «καπιταλιστές» η οποία θα συνέβαινε αναπόφευκτα και όπου «η παγκόσμια επανάσταση θα αποκαθιστούσε την παγκόσμια ισορροπία».

Η Ιταλική ενέργεια θα ήταν μια «τυπική και αλάνθαστη προλεταριακή κατάκτηση» σχεδιασμένη να κατανικήσει τις «καπιταλιστικές» δυνάμεις και των οποίων η εμπειρία «θα θεωρούνταν ως πραγματικά μεγάλης σημασίας για την απελευθέρωση των έγχρωμων λαών οι οποίοι βρίσκονταν υπό την πιο φρικτή καταπίεση του καπιταλισμού».

Εναντίον του Stalin.

Ανάμεσα στα χρόνια 1936 και 1945, όταν ο Φασισμός περνούσε δύσκολες ώρες, καθώς είχαν ξεκινήσει οι ένοπλες συγκρούσεις που προμήνυαν την επερχόμενη ήττα, ο Bombacci αυξάνει την ιδεολογική του προσκόλληση στον Mussolini. Είναι ένας άνδρας σχεδόν 60 ετών, έχει δει πολλά από τα σοσιαλιστικά του όνειρα να μην πραγματοποιούνται, αλλά είναι ένας αιώνιος ιδεαλιστής και δεν είναι πρόθυμος να εγκαταλείψει την μάχη για τον σοσιαλισμό, «αυτό το έργο λύτρωσης και οικονομικής εξύψωσης του Ιταλικού προλεταριάτου το οποίο είχαν ξεκινήσει οι σοσιαλιστές από την πρώτη στιγμή. Οι εκδόσεις του είναι μια οικονομική καταστροφή, οι βιογράφοι του έχουν αφήσει τεκμήρια των δυσκολιών και των στερήσεων που υπέφερε. Θα του ήταν αρκετό με ένα ευκαιριακό βήμα να ενσωματωθεί στον επίσημο Φασισμό και να του παρασχεθούν όλα τα βοηθήματα του κρατικού μηχανισμού, αλλά αυτός δεν θέλει να χάσει την ανεξαρτησία του, παρά το γεγονός ότι μερικές φορές δέχεται επιχορηγήσεις από το Υπουργείο του Λαϊκού Πολιτισμού.

Αυτή του η φάση συμπίπτει με μια βαθιά αντανάκλαση των παρελθοντικών του λαθών και μια σειρά επιθέσεων στον Ρωσικό κομμουνισμό ο οποίος πουλήθηκε στις καπιταλιστικές δυνάμεις προδίδοντας τα αξιώματα του Lenin.

Έτσι γράφει ο Bombacci τον Νοέμβριο του 1937, ότι οι σχέσεις ανάμεσα στα δημοκρατικά κράτη και την ΕΣΣΔ είχαν μόνο μια εξήγηση η οποία θα αποκάλυπτε τα πάντα: «ο λόγος είναι μόνο ένας, επιπόλαιος, ωμός, αλλά αληθής: ο τόκος, το χρήμα, οι μπίζνες» οπότε αυτός ο πρώην κομμουνιστής θα διακηρύξει ανοιχτά ότι: «ισχυριζόμαστε με καθαρή συνείδηση ότι η Μπολσεβίκικη Ρωσία του Stalin έγινε μια αποικία του Εβραιομασονικού διεθνούς καπιταλισμού…»

Ο αντισημιτικός υπαινιγμός δεν είναι νέος για τον Bombacci, ούτε για τους θεωρητικούς του σοσιαλισμού των αρχών του αιώνα, διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο αντισημιτισμός είχε τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του, ακριβώς ανάμεσα στους δογματικούς επαναστάτες του τέλους του 19ου αιώνα, όταν ο Εβραίος ενσάρκωνε την εικόνα του μισητού καπιταλιστή.

Στον Bombacci δεν βρίσκουμε έναν φυλετικά αντισημίτη, αλλά μάλλον ένα κοινωνικά αντισημίτη, σύμφωνα με μια μεσογειακή τοποθέτηση του Εβραϊκού προβλήματος, διαφορετική από τον Γερμανικό ή τον Γαλλικό αντιιουδαϊσμό.

Όταν ξεκίνησε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, και ειδικά όταν άρχισε στο Ανατολικό Μέτωπο, ο Bombacci συμμετείχε πλήρως στην αντικομμουνιστική εκστρατεία του καθεστώτος. Ως κομμουνιστής ηγέτης, γνώστης της Σοβιετικής Ένωσης, η φωνή του ακούγεται. Εν τούτοις δεν αρνείται τα ιδανικά του, αλλά μάλλον βαθαίνει τη θέση του ότι ο Stalin και οι αχυράνθρωποί του πρόδωσαν την επανάσταση. Γράφει πλήθος άρθρων εναντίον του Stalin, για τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης στον φερόμενο «κομμουνιστικό παράδεισο», τα μέτρα που ο ίδιος υιοθέτησε για να καταστρέψει όλες τις επιτυχίες του Λενινιστικού σοσιαλισμού. Το 1943, λίγο πριν την πτώση του Φασισμού, ο Bombacci κατέληξε στο τελικό του συμπέρασμα, συνοψίζοντας τη θέση του σε ένα φυλλάδιο:

«Ποια από τις δύο επαναστάσεις, η Φασιστική ή η Μπολσεβίκικη, θα γράψει ιστορία στον εικοστό αιώνα και θα παραμείνει στην ιστορία ως ο δημιουργός μιας νέας τάξης στον κόσμο και στις κοινωνικές αξίες; Ποια από τις δύο επαναστάσεις έλυσε το αγροτικό πρόβλημα ερμηνεύοντας πραγματικά τις επιθυμίες και τις φιλοδοξίες των αγροτών καθώς και τα οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα της εθνικής κοινότητας; Η Ρώμη είχε νικήσει!»

Η Μόσχα υλιστική και ημι-βαρβαρική, με έναν ολοκληρωτικό καπιταλισμό του κράτους-αφέντη που θέλει να ενωθεί με απόλυτη δύναμη (πενταετή σχέδια), οδηγεί τους πολίτες του στην πιο μαύρη μιζέρια, δηλαδή στην υπάρχουσα εκβιομηχάνιση των χωρών που κατά τον δέκατο ένατο αιώνα ακολούθησαν μια αστική καπιταλιστική διαδικασία. Η Μόσχα ολοκληρώνει το καπιταλιστικό στάδιο.

Η Ρώμη είναι κάτι το διαφορετικό. Η Μόσχα, με την μεταρρύθμιση του Stalin απεικονίζεται θεσμικά με τους όρους οποιουδήποτε αστικοδημοκρατικού καθεστώτος. Οικονομικά υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά, διότι, ενώ οι αστικές κυβερνήσεις σχηματίζονται από αντιπροσώπους της καπιταλιστικής τάξης, εδώ η κυβέρνηση είναι στα χέρια μιας μπολσεβίκικης γραφειοκρατίας, μιας νέας τάξης η οποία είναι βασικά χειρότερη από την καπιταλιστική τάξη διότι έχει τον απόλυτο έλεγχο της εργασίας, της παραγωγής και της ζωής των πολιτών.

Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία

Όταν ο Mussolini εκθρονίστηκε τον Ιούλιο του 1943 και διασώθηκε από τους Γερμανούς μερικούς μήνες αργότερα, το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα είχε ήδη καταρρεύσει. Η οργανική του δομή είχε εξαφανιστεί, τα ηγετικά στελέχη του κόμματος από τις προνομιούχες τάξεις κατέφυγαν μαζικά στην κυβέρνηση του Badoglio και η Ιταλία ήταν χωρισμένη στα δύο (στα νότια της Ρώμης οι Σύμμαχοι προωθούνται προς τον Βορρά).

Ο Mussolini ανασυντάσσει τους πιο πιστούς του, όλοι τους παλιοί σύντροφοι από την πρώτη στιγμή ή νεαροί με ενθουσιασμό, σχεδόν κανείς υψηλόβαθμο στέλεχος, οι οποίοι πίστευαν ακόμα στην Φασιστική επανάσταση και ανακηρύσσουν την Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία. Αμέσως ο Φασισμός φαίνεται να επιστρέφει στις επαναστατικές του αρχές και ο Nicola Bombacci προσκολλάται στην ανακηρυχθείσα δημοκρατία και υποστηρίζει τον Mussolini με όλη του την δύναμη. Το όνειρό του είναι να καταπιαστεί με την συγκρότηση της «Δημοκρατίας των εργατών» για την οποία και αυτός και ο Mussolini είχαν αγωνιστεί μαζί στις αρχές του Εικοστού αιώνα.

Ακριβώς όπως ο Bombacci, έτσι και άλλοι γνωστοί αριστεροί διανοούμενοι εντάσσονται στη νέα κυβέρνηση: ο Carlo Silvestri (σοσιαλιστής βουλευτής, μεταπολεμικά υπερασπιστής της μνήμης του Duce), ο Edmondo Cione (σοσιαλιστής φιλόσοφος που θα του επιτραπεί να ιδρύσει ένα σοσιαλιστικό κόμμα εκτός του Δημοκρατικού Φασιστικού Κόμματος), κ.α.

Η πρώτη επαφή με τον Mussolini λαμβάνει χώρα στις 11 Οκτώβρη, μόλις ένα μήνα μετά την ανακήρυξη της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας και γίνεται μέσω επιστολών. Ο Bombacci γράφει στον Mussolini από τη Ρώμη, την πόλη όπου ο Φασισμός κατέρρευσε παταγωδώς (οι πολίτες της Ρώμης κατέστρεψαν όλα τα σύμβολα του καθεστώτος στους δρόμους), αλλά υπάρχουν εκεί ακόμα πολλοί που αισθάνονται Φασίστες και αυτή είναι η στιγμή που επιλέγει να αναγγείλει ότι στηρίζει τον Mussolini. Όχι όταν όλα πήγαιναν καλά, αλλά στις δύσκολες στιγμές ακριβώς όπως κάνουν οι πραγματικοί συναγωνιστές.

«Σήμερα είμαι μαζί σας περισσότερο από χθες,» ομολογεί ο Bombacci, «η αχρεία προδοσία του Βασιλιά και του Badoglio, έφερε παντού καταστροφή και ατίμωση στην Ιταλία, αλλά την απελευθέρωσε από όλες τις δεσμεύσεις προς τους φιλομοναρχικούς πλουτοκράτες του 1922. Σήμερα ο δρόμος είναι ελεύθερος και, κατά την άποψή μου, μπορούμε μόνο να καταφύγουμε στο υπέρτατο σοσιαλιστικό καταφύγιο: τη νίκη των όπλων. Αλλά για να διασφαλίσουμε την νίκη αυτή, πρέπει να έχουμε την προσκόλληση των εργατικών μαζών σε αυτήν. Πώς; Με αποφασιστικές και ριζοσπαστικές πράξεις στον οικονομικό, παραγωγικό και συνδικαλιστικό τομέα. Πάντα στη υπηρεσία σας, με μεγάλη επίδραση, ήδη για τριάντα χρόνια.»

Ο Mussolini ενοχλούνταν από την στρατιωτική κατάσταση, αλλά ήταν πιο αποφασισμένος από ποτέ να πραγματοποιήσει την επανάστασή του τώρα που είχε απαλλαγεί από τη σαβούρα του παρελθόντος. Εξουσιοδοτεί το πιο ριζοσπαστικό μέρος του κόμματός του να αναλάβει την εξουσία και ξεκινάει μια φάση που λέγεται «κοινωνικοποίηση» (όνομα που προτάθηκε από τον Bombacci και υιοθετήθηκε από τον Duce), η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα την ενεργοποίηση νόμων με καθαρά σοσιαλιστική έμπνευση, εν σχέση με τη δημιουργία συνδικάτων, συνδιοίκηση των επιχειρήσεων, διανομή των κερδών και εθνικοποίηση των σημαντικών βιομηχανιών.

Όλα αυτά συμπεριλαμβάνονταν στα 18 σημεία του πρώτου (και μόνου) συνεδρίου του Δημοκρατικού Φασιστικού Κόμματος στη Verona, έγγραφο που προσχεδιάστηκε βιαστικά από τον Bombacci και τον Mussolini μαζί και θα εξυπηρετούσε ως η βάση του Κοινωνικού Δημοκρατικού Κράτους. Στην εξωτερική πολιτική θα προσπαθούσε να πείσει τον Mussolini να συνάψει ειρήνη με την ΕΣΣΔ και να συνεχίσει τον Αγώνα κατά της Αγγλοσαξωνικής πλουτοκρατίας, να αναστήσει τον άξονα Ρώμης-Βερολίνου-Μόσχας από τους γεωπολιτικούς διανοούμενους του Εθνικομπολσεβικισμού του 1920, πρόταση η οποία φαίνεται να πέρασε στον Mussolini, ο οποίος θα γράψει αρκετά άρθρα στον ρεπουμπλικανικό τύπο πάνω σε αυτό το θέμα, παρά το γεγονός ότι αυτή η πρόταση συνάντησε μια επίμονη αντίσταση από μεγάλο μέρος του κόμματος, ειδικά από τον Roberto Farinacci. O Bombacci ταξιδεύει στον Βορρά και εγκαθίσταται κοντά στον φίλο του Walter Mocchi, άλλον έναν βετεράνο κομμουνιστή ηγέτη ο οποίος προσηλυτίστηκε στο Φασισμό του Mussolini και εργαζόταν στο Υπουργείο Πολιτισμού.

Αν και για πολλούς ο Mussolini στα τελευταία του ήταν έναν καταρρακωμένος άνδρας, μαριονέτα των Γερμανών, είναι εκπληκτική η προσκόλληση ανδρών σαν τον Bombacci, δηλαδή αληθινών ιδεολόγων με επιβλητικό παράστημα, με γενειάδα και συναρπαστική ρητορική, αλλεργικούς σε οτιδήποτε σήμαινε φιλοξενία στους αστούς ή αστισμό, ενώ ακόμα δεν λάμβαναν κάποιο μισθό ή επίδομα (μόνο το 1945 το όνομά του εμφανίζεται σε μια λίστα προτεινόμενων μισθών του Υπουργείου Οικονομικών και ως Προϊστάμενος της μοναδικής Συνομοσπονδίας Εργασίας και Τεχνικής). Ο Bombacci θα γίνει ο προσωπικός σύμβουλος και έμπιστος του Mussolini, για να έλξει και πάλι τους εργάτες στην βάση του κόμματος. Προτείνει την δημιουργία σωματειακών επιτροπών, ανοιχτές σε μη μάχιμους Φασίστες, ελεύθερες εκλογές στα σωματεία και ταξιδεύει από τον εκβιομηχανισμένο Βορρά (Μιλάνο, Τορίνο) εξηγώντας την κοινωνική επανάσταση του νέου καθεστώτος και γιατί εντάχθηκε σε αυτό.

Ο γέρος επαναστάτης και μαχητής φαίνεται να ανανεώθηκε, μετά από ένα συλλαλητήριο στη Βερόνα και μερικές επισκέψεις στις κοινωνικοποιημένες επιχειρήσεις γράφει στον Duce στις 22 Δεκεμβρίου του 1944: «Μίλησα για μία ώρα και τριάντα λεπτά σε ένα θέατρο ανοιχτό και με πλήρη ενθουσιασμό… το ακροατήριο αποτελούνταν κυρίως από εργάτες οι οποίοι επευφημούσαν φωνάζοντας: ναι θέλουμε να πολεμήσουμε για την Ιταλία, για την Δημοκρατία μέσω της κοινωνικοποίησης… το πρωί επισκέφτηκα το Mondadori που είναι ήδη κοινωνικοποιημένο και μίλησα στους εργάτες, οι οποίοι αποτελούσαν το Διοικητικό Συμβούλιο και τους βρήκα γεμάτους ενθουσιασμό και κατανόηση του σκοπού μας».

Ενώ η στρατιωτική κατάσταση επιδεινώθηκε, οι κομμουνιστικές τρομοκρατικές ομάδες (οι διαβόητες GAP) είχαν ήδη αποφασίσει να τον εξαλείψουν, διότι η δραστηριότητά του έθετε σε κίνδυνο τους στόχους τους.

Αλλά ο πόλεμος είχε σχεδόν τελειώσει. Ο Benito Mussolini, ακολουθώντας τις συμβουλές του πρώην σοσιαλιστή αντιπροέδρου Carlo Silvestri και του Bombacci, προτείνει να παραδώσει την εξουσία στους Σοσιαλιστές οι οποίοι έχουν ενσωματωθεί στην Εθνική Απελευθερωτική Επιτροπή. Τον Απρίλιο του 1945, οι Γερμανικές στρατιωτικές αρχές παραδίδονται στους συμμάχους χωρίς να ειδοποιήσουν τους Ιταλούς. Ήταν το τέλος. Εγκαταλελειμμένοι και μόνοι.

Το λυκόφως ενός εθνικοεπαναστάτη

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας, ο Bombacci συνέχισε την εκστρατεία του για να ανακτήσει τις μάζες και να τις κάνει να αποφύγουν τον Μπολσεβικισμό. Στο τέλος του 1944 δημοσίευσε ένα φυλλάδιο με τίτλο: «Αυτός είναι ο Μπολσεβικισμός», το οποίο αναδημοσιεύθηκε στην καθολική εφημερίδα «Ιταλική Σταυροφορία» τον Μάρτιο του 1945.

Ο Βombacci εμμένει στην κριτική κατά του πραγματικού Σταλινικού κομμουνισμού, για τις παρεκτροπές του που κατέστρεψαν το πραγματικό επαναστατικό συνδικαλισμό στην Ευρώπη μέσω της Ρωσικής εμπλοκής. Στις τελευταίες εβδομάδες ζωής της ρεπουμπλικανικής του εμπειρίας, ο Bombacci τάσσεται με αυτούς που εξακολουθούν να πιστεύουν σε ένα συμβιβασμό με τον εχθρό προκειμένου να μην καταστραφεί η χώρα. Πιστός μέχρι το τέλος, θα μείνει με τον Mussolini ακόμα και όταν όλα θα έχουν χαθεί οριστικά.

Μιλάει γι αυτό προφητικά στους εργάτες του σε μια από τις τελευταίες του δημόσιες εμφανίσεις τον Μάρτιο του 1945:

«Αδέρφια στην πίστη και τη μάχη… δεν απαρνήθηκα τα ιδανικά μου για τα οποία πολέμησα και για τα οποία, αν ο Θεός μου δώσει χρόνια, θα πολεμώ παντοτινά. Αλλά τώρα βρίσκομαι στις γραμμές με τα χρώματα της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας, και επανήλθα γιατί τώρα είναι σοβαρό και απολύτως αποφασιστικό να πολεμήσουμε για τα δικαιώματα των εργατών…»

Ο Nicola Bombacci, πάντοτε πιστός, πάντοτε ειλικρινής, θα συνοδεύσει τον Mussolini στο τελευταίο του δραματικό ταξίδι στον θάνατο. Στις 25 Απριλίου είναι στο Μιλάνο. Ο απολογισμός του Vittorio Mussolini, γιου του Duce, κατά την τελευταία συνάντηση με τον πατέρα του, συνοδευόμενου από τον Bombacci μας δείχνει την ολότητά του.

«Σκέφθηκα για την μοίρα αυτού του άνδρα, ενός πραγματικού απόστολου του προλεταριάτου, σε κάποια σημεία σταθερού εχθρού του Φασισμού και τώρα στο πλευρό του πατέρα μου χωρίς καμιά θέση ή μισθό, πιστού σε δύο αφεντικά μέχρι θανάτου. Η ηρεμία του με ανακούφιζε.»

Πολύ σύντομα, αφού ο Mussolini διαχωρίστηκε από τις γραμμές των τελευταίων του πιστών για να τους σώσει από τo να έχουν την ίδια μοίρα με αυτόν, ο Bombacci συλλαμβάνεται από κομμουνιστές αντάρτες μαζί με μια ομάδα Φασιστών. Το πρωί της 28ης Απριλίου εκτελέστηκε στο Dongo στα βόρεια της χώρας, δίπλα στον Barracu έναν γενναίο βετεράνο ακρωτηριασμένο στον πόλεμο, τον Pavolini, τον ποιητή και γραμματέα του Kόμματος, τον Valerio Zerbino, έναν διανοούμενο, και τον Coppola, άλλο διανοούμενο. Όλοι τους φώναξαν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα: «Ζήτω η Ιταλία!».

Ο Bombacci καθώς τον γάζωναν οι σφαίρες των κομμουνιστών, φώναξε: «Ζήτω ο Σοσιαλισμός!».

Μετάφραση-Επιμέλεια: Σπάρτακος

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:

Ο Erik Norling (γεννημένος στο Gothenburg της Σουηδίας το 1964) είναι δικηγόρος και Ιστορικός. Κατοικεί μόνιμα στη Μάλαγα της Ισπανίας. Ειδικεύεται στα Ευρωπαϊκά εθελοντικά αντι-Κομμουνιστικά κινήματα, όπως το Νορδικό, καθώς επίσης και στις αριστερές εκφράσεις του Φασισμού, σε τέτοιο σημείο ώστε να αποκαλεσθεί ως ο “Ιστορικός του Κόκκινου Φασισμού.” Έχει εκδώσει παραπάνω από 12 βιβλία και έχει δημοσιεύσει αναρίθμητα άρθρα σε ιστορικά περιοδικά. Γράφει συχνά στην “Aportes,” εφημερίδα σχετικά με την πρόσφατη Ιστορία, από το Πανεπιστήμιο του CEU (San Pablo, Μαδρίτη, Ισπανία) και στην “Nihil Obstat,” εφημερίδα σχετικά με την ιστορία, την Μεταπολιτική και τη Φιλοσοφία (Ediciones Nueva Republica, Barcelona, Spain). Άρθρα του έχουν επίσης δημοσιευθεί στην “Siegrunen” του Richard Landwehr, εφημερίδα που ειδικεύεται στην Ιστορία των Waffen SS.

1 Το Φιούμε ήταν ένα κρατίδιο στην Αδριατική, το οποίο μετά τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας βρέθηκε υπό Αγγλική και Γαλλική κηδεμονία. Ονομάστηκε έτσι από το λιμάνι το οποίο εμπεριείχε και ο πληθυσμός του ήταν βασικά Ιταλοί και Νότιοι Σλάβοι δηλαδή κυρίως Κροάτες. Το διεκδικούσαν τόσο η Ιταλία όσο και το Βασίλειο της Σερβίας, Κροατίας και Σλοβενίας. Ο D’Annunzio, ένας βετεράνος αξιωματικός του στρατού, ο οποίος ηγούνταν ενός ένοπλου τμήματος 300 Ιταλών εθνικιστών εισέβαλε στο Φιούμε και το προσάρτησε στην Ιταλία για λίγους μήνες.

Advertisements

Αφήστε ένα σχόλιο

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s